Κλείσε τα μάτια


September 6, 2006

Μπήκε στο σπίτι σαν να μην συνέβαινε τίποτα, και η αλήθεια ήταν πως τίποτα το ιδιαίτερο δεν είχε συμβεί. Κάποια λόγια είχαν ειπωθεί αλλά γι’ αυτό υπάρχουν οι λέξεις, για να ντύνουν την αδυναμία κατανόησης, εκείνης της εκ του βλέμματος προερχόμενης. Εκείνης της μοναδικής που αδυνατεί να ψεύδεται.

Έβγαλε τα παπούτσια, φόρεσε τις παντόφλες που πάντοτε αφήνει στην είσοδο και άφησε τα κλειδιά στο πάσο της κουζίνας. Το παλτό το είχε στα χέρια, είχε τόση ζέστη ακόμη κι ας είχε μπεί ο Δεκέμβρης. Το κρέμασε στην ντουλάπα και πήγε μέχρι την τουαλέτα. Ένιωσε την ζεστή ανακούφιση να ρέει ενώ κοιτούσε με μανία μιά μπατονέτα που είχε πέσει κατά λάθος έξω από το καλαθάκι. Αφού τελείωσε, μάζεψε την μπατονέτα από το πάτωμα και την πέταξε. Έβαλε τα χέρια κάτω από το νερό, περιμένωντας να ζεστάνει, τα έπλυνε και τα σκούπισε.

Με ασυνήθιστα αργές κινήσεις, έβαλε σε τάξη τα πράγματα που είχε στο ραφάκι του μπάνιου πάνω από τον νυπτίρα. Έβγαλε μία από τις δύο οδοντόβουρτσες που είχε στο άσπρο πορσελάνινο ποτηράκι και την τοποθέτησε στην μεταλλική σχάρα του ντούς. Η μία από τις δύο οδοντόπαστες ήταν ήδη εκεί τοποθετημένη. Πήρε τις πετσέτες και τις έβαλε στα άπλυτα. Άνοιξε το συρτάρι του σερβάν και διάλεξε ένα καινούργιο ζευγάρι μπλέ ανοιχτό. Θυμήθηκε την στιγμή που τις είχε αγοράσει και κοίταξε τον καθρεύτη που κρεμόταν ακριβώς από πάνω.

Προσπάθησε για κάποια δεύτερα να καταλάβει τί εννοούσε το βλέμμα που αστραπιαία είδε πως κοιτούσε αλλά δεν τα κατάφερε.

Κρέμασε τις πετσέτες μουρμουρίζοντας ανεπαίσθητα τους στίχους ενός τραγουδιού. Μάζεψε τα ρούχα που είχε αφήσει το πρωϊ πάνω στην πολυθρόνα λόγω βιασύνης και κάτι άλλα που είχαν μαζευτεί εδώ κι εκεί. Πήγε στην κουζίνα. Έπλυνε κάτι ποτήρια κι έβαλε το βραστήρα να ετοιμάσει το καθιερωμένο χαμομήλι. Σκέφτηκε πως έχει καιρό να πιεί καφέ και πως είχε αρχίσει πάλι να νιώθει την στέρηση. Τον είχε κόψει όταν έμαθε πόσο κακό κάνει. Πήρε την κούπα που είχε αφήσει από το πρωϊ με το μισοτελειωμένο χαμομήλι, την έπλυνε κι αυτή, πήρε ένα φακελάκι, το άνοιξε, το τοποθέτησε μέσα στο ποτήρι και έριξε το βραστό νερό να την γεμίσει.

Πήγε στο σαλονάκι, κι έκατσε στον μαύρο καναπέ. Πήρε μιά μικρή γουλιά, ίσα-ίσα να βρέξει τα χείλη, κι ένιωσε το καυτό του νερού. Θερμά ρίγη διαπέρασαν το κορμί χαλαρώνοντας τους μύς. Έστριψε ένα τσιγάρο, το οποίο δεν είχε καταφέρει να κόψει παρά το γεγονός ότι ήξερε πόσο κακό έκανε, το άναψε και τράβηξε μιά βαθειά ρουφηξιά.

Έριξε μιά ματιά στον υπολογιστή. Είχε κάμποσες μέρες να κάτσει ή έτσι έμοιασε. Έστριψε το κεφάλι στην αντίθετη μεριά και χάζεψε την βιβλιοθήκη. Σηκώθηκε και πήρε μιά σειρά από σημειωματάρια που είχε γεμίσει με σκέψεις. Κάποτε, ήταν ένας σωτήριος τρόπος για να καταγράψει εκείνα που δεν μπορούσε ν’αρθρώσει. Άρχισε να τα ξεφυλλίζει και να διαβάζει προτάσεις εδώ-κι-εκεί.

Χαμογέλασε συγκαταβατικά.

Θυμήθηκε την στιγμή το πρωϊ στο γκαράζ. Ήθελε να ανοίξει το αμάξι να πάρει μιά απόδειξη που είχε αφήσει αλλά πίσσα το σκοτάδι. Έσκυψε μπροστά στην πόρτα και προσπάθησε ψηλαφίζοντας να βρεί την κλειδαριά αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σηκώθηκε μουρμουρίζοντας κάτι με ενόχληση. Κάποιος άκουσε και πλησίασε. “Τί συνέβη;” ρώτησε. “Εδώ, προσπαθώ να ξεκλειδώσω το αμάξι και δεν μπορώ.” “Κάτσε, κάτσε να σε βοηθήσω” και με μιά κίνηση άνοιξε το αμάξι. “Καλά, πως τα κατάφερες;” ρώτησε και με ένα έκπληκτο χαμόγελο έλαβε την εξής απάντηση:

“Έκλεισα τα μάτια.”

Comments